Από «Sgt Pepper's Lonely Hearts Club Band» των θρυλικών Σκαθαριών μέχρι «Thriller» του Μάικλ Τζάκσον, το ΜΕΝ 24 παρουσιάζει τα άλμπουμ με τις περισσότερες πωλήσεις αντιτύπων όλων των εποχών.
Μήπως νομίζετε ότι ο Jay-Z είναι ο πιο εμπορικός καλλιτέχνης όλων των εποχών; Ή μήπως η μνηστή του η Beyonce; Σίγουρα βγάζουν εκατομμύρια δολάρια αλλά θα χρειαστούν κάτι πιο δυνατό από ότι έχουν κάνει μέχρι τώρα για να βρεθούν στην κορυφή της λίστας με τα πιο εμπορικά άλμπουμ όλων των εποχών. Ιδού ποιους έχουν να νικήσουν:
The Beatles - Sgt Pepper's Lonely Hearts Club Band (1967) 32εκ. αντίτυπα
Το καλύτερο, ίσως, άλμπουμ των σκαθαριών κυκλοφόρησε το 1967 δημιουργώντας ρεκόρ πωλήσεων που θα χρειάζονταν περίπου επτά χρόνια για να σπάσουν. Είναι το πρώτο concept άλμπουμ στην ιστορία της μουσικής με θέματα όπως η παιδική ηλικία, οι εφηβικές μπάντες και αθάνατες επιτυχίες όπως το “With a Little Help from My Friends” και το “Lucy in the Sky with Diamonds”.
Backstreet Boys - Millennium (1999) 35 εκ. αντίτυπα Αν και δεν θεωρείται μνημείο της μουσικής ιστορίας, είναι ένα από τα πιο επιτυχημένα launches και υπόθεση εργασίας για το μουσικό μάρκετινγκ. Κυκλοφορώντας συγχρόνως σε όλον τον κόσμο, το 1999, κατέχει τα πρωτεία του άλμπουμ με τα περισσότερα αντίτυπα μέσα στην πρώτη εβδομάδα κυκλοφορίας.
Shania Twain - Come on Over (2001) 36 εκ. αντίτυπα Δύο χρόνια πριν την κυκλοφορία του Millennium, η καναδή τραγουδιστρια Shania Twain κυκλοφόρησε το Come on Over που εκτός από τη θέση στην πρώτη δεκάδα των πιο εμπορικών άλμπουμ όλων των εποχών κατέχει την πρώτη θέση στη λίστα των πιο εμπορικών κάντρι άλμπουμ. Το πιο επιτυχημένο σίνγκλ είναι το “You’re Still the One”.
Meat Loaf - Bat Out of Hell (1977) 37 εκ. αντίτυπα 1977 Πρώτο μέρος της ομώνυμης τριλογίας το Bat Out of Hell χρειάστηκε τέσσερα χρόνια για να κυκλοφορήσει αλλά όταν αυτό τελικά έγινε έσπασε το ρεκόρ των πωλήσεων του Sgt Pepper's Lonely Hearts Club Band των Beatles.
Pink Floyd - The Dark Side of the Moon (1973) 40 εκ. αντίτυπα
Μπορεί οι Rolling Stones να ήταν η αιχμή του δόρατος στο British Invasion αλλά ούτε με κιάλια δεν κατάφεραν να δουν την επιτυχία του The Dark Side of the Moon στο αμερικάνικο Billboard. Πέρα από τις αστρονομικές για την εποχή αλλά και για σήμερα πωλήσεις, το ιστορικό άλμπουμ των Pink Floyd διατηρήθηκε στις πρώτες 200 θέσεις για πάνω από τρία χρόνια. 174 εβδομάδες για την ακρίβεια.
Bee Gees / Various artists - Saturday Night Fever (1977) 40 εκ. αντίτυπα
Σε μια ντίσκο σκηνή που έπνεε τα λοίσθια, η Bee Gees και οι κινηματογραφικοί ταινία Saturday Night Fever ήρθαν να της δώσουν μερικά χρόνια ζωής ακόμα. Το σάουντρακ της ταινίας έκανε πωλήσεις 40 εκ. αντιτύπων κυρίως βοηθούμενο από την επιτυχία της ταινίας. Όχι και άσχημα για τραγούδια που γράφτηκαν όλα μέσα σε ένα σαβατοκύριακο.
Eagles Their Greatest Hits (1971–1975) (1976) 41 εκ. αντίτυπα
Ακόμα και χωρίς τραγούδια από το ακυκλοφόρητο τότε “Hotel California”, το Greatest Hits (1971–1975) των θρυλικών Eagles κατάφερε να κάνει 41 εκ. πωλήσεις το 1976.
Whitney Houston / Various artists - The Bodyguard (1992) 42 εκ. αντίτυπα
Με τραγούδια όπως Ι Will Always Love You, I Have Nothing, I'm Every Woman, Run To You κ.α. αναλόγου ποιότητας και βάθους, το σάουντρακ του Σωματοφύλακα θα έπρεπε να πιάσει πάτο. Ακολουθώντας την αρχή «το ένα χέρι νίβει το άλλο», η επιτυχία της ταινίας εκτόξευσε τις πωλήσεις του άλμπουμ και αντιστρόφως. Παράλληλα καθιέρωσε την RnB/Soul στην κορυφή των αμερικανικών προτιμήσεων και δημιούργησε το είδος τραγουδίστρια-ηθοποιός.
AC/DC - Back in Black (1980) 42 εκ. αντίτυπα
Αθλητές, πρόβατα και… τους AC/DC, ήταν ένα από τα κλισέ για την Αυστραλία τη δεκαετία του 1980. Όχι τυχαία αφού ελάχιστα πριν τη λαίλαπα του ποπ, το συγκρότημα με τα σχολικά σακάκια, τις γραβάτες και το σορτσάκια είναι που κράτησε το ροκ ψηλά στις πωλήσεις όχι μόνο στην Αυστραλία αλλά σε ολόκληρο τον κόσμο. Το Back in Black ήταν το πρώτο άλμπουμ των AC/DC μετά το θάνατο του τραγουδιστή τους Μπον Σκοτ και ήταν «μαύρο» σε ένδειξη πένθους.
Michael Jackson - Thriller (1982) 108 εκ. αντίτυπα
Ερχόμενος με φόρα από τη δεκαετία του 70 που ήταν το παιδί θαύμα των Jackson 5, το δεύτερο μόλις σόλο άλμπουμ του Michael Jackson κατάφερε να σπάσει το φράγμα των 100 εκ. αντιτύπων. Γιατί; Εκτός από το ταλέντο του Μάικλ Τζάκσον και τον ντόρο που δημιουργούσε η εκκεντρικότητα του, ήταν ο πρώτος που αξιοποίησε στο έπακρο τα μουσικά βίντεο και το ανερχόμενο τότε MTV.
Και η μουσική βιομηχανία τρελάθηκε: Τη ίδια στιγμή που οι πωλήσεις CD βρίσκονται σε ελεύθερη πτώση, οι πωλήσεις των άλμπουμ βινυλίου (LP) εκτοξεύονται σηματοδοτώντας ένα αναπάντεχο comeback! «Η ψηφιακή ηχογράφηση είναι ανώτερη από οποιαδήποτε άλλη μορφή ηχογράφησης», είπε κάποτε ο δημοφιλέστερος, κατά Times, μαέστρος όλων των εποχών, Χέρμπερτ Φον Κάραγιαν. Ήταν η αυγή της δεκαετίας του 1980 και μια τέτοια δήλωση, από μια τόσο εμβληματική φυσιογνωμία της κλασσικής μουσικής, ισοδυναμούσε με τα δώρα των μάγων στο, τότε, «θείο βρέφος» της μουσικής βιομηχανίας: το Compact Disc.
Ο Κάραγιαν, όμως, δεν ήταν άνθρωπος των λόγων. Πάνω από όλα ήταν των έργων. Το 1980 διηύθυνε τη Φιλαρμονική του Βερολίνου σα να μην υπάρχει αύριο ώστε η «Συμφωνία των Άλπεων» του Στράους να γίνει ένα μουσικό ορόσημο και το πρώτο CD της ιστορίας. Σύμφωνα με το μύθο, απαίτησε από τους κατασκευαστές, Philips και Sony, να αυξήσουν τη χωρητικότητα του για να χωράει ολόκληρη η «Ενάτη» του Μπετόβεν σε ένα δίσκο. «Πήρε από το χέρι» το νέο αυτό μέσο και εμφανίστηκε στην πρώτη συνέντευξη τύπου για να το υπερασπιστεί από τις επιθέσεις του καχύποπτου και φοβικού μουσικού κοινού.
Σήμερα, τριάντα σχεδόν χρόνια μετά, το «βρέφος» μεγάλωσε, ενηλικιώθηκε και ωρίμασε. Στη πορεία κατάφερε κιόλας να εκπληρώσει στο ακέραιο τις προφητείες του μεγάλου μαέστρου. Από το 1991, την τελευταία χρονιά που οι μαγνητικές κασέτες είχαν την πρωτοκαθεδρία σύμφωνα με τα στατιστικά της RIAA, το CD ροκάνισε σιγά σιγά το μερίδιο αγοράς κάθε μέσου και κατέκτησε το σύνολο σχεδόν των μουσικών πωλήσεων. Το 2000 αριθμούσε ποσοστό μεγαλύτερο του 90%.
Αντίθετα με τον Κάραγιαν, οι λάτρεις των LP δεν έπαψαν στιγμή να πιστεύουν ότι το δικό τους μέσο και η αναλογική ηχογράφηση ήταν ανώτερα από ποιότητα ήχου. Οι ψηφιακές ηχογραφήσεις, υποστήριζαν, δεν έχουν τη θέρμη και την ατμόσφαιρα ενός καλού βινυλίου που παίζει σε ένα καλό πικάπ. Τα πνευστά ηχούσαν στα αυτιά τους, όλα, το ίδιο. Δεν μπορούσαν να διακρίνουν μεταξύ ενός κόρνου και μιας τρομπέτας. Τα CD (και αργότερα τα MP3) ήταν για αυτούς ό,τι και τα hamburgers των ΜcDonald για τη διατροφή. Πρόχειρα, άγευστα και ανούσια. Στο ίδιο χρονικό διάστημα που το CD όδευε προς το απόγειο της δημοτικότητας του, οι αναλογικές κασέτες έκαναν ελεύθερη πτώση από διψήφιο ποσοστό αγοράς στην αφάνεια και σε διψήφιο νούμερο αλλά με υποδιαστολή. Το ψηφιακό minidisc, η μοναδική σοβαρή απειλή όλα αυτά τα χρόνια, βρέθηκε χωρίς να το καταλάβει στο μουσείο της τεχνολογίας. Και η μεγάλη αγάπη κάθε μουσικόφιλου που σέβεται των εαυτό του, τα άλμπουμ, από 4,5% του συνόλου των μουσικών πωλήσεων το 1991, είδαν τη δύναμη τους να συρρικνώνεται στο 0,5 % της αγοράς. Ο Κάραγιαν τους είχε κερδίσει όλους.
Αυτό, σε γενικές γραμμές, είναι το υπόβαθρο ενός μεγάλου comeback στη μουσική βιομηχανία. Ενός comeback της ποιότητας του ήχου και του ολοκληρωμένου artwork σε βάρος της προχειρότητας και της ευκολίας. Τα νούμερα που έδωσε η RIAA για την τελευταία τριετία ήταν μια γροθιά στο στομάχι του κατεστημένου. Γιατί το 2008 οι πωλήσεις των βινυλίων εκτοξεύθηκαν στα 1,9 εκατομμύρια κομμάτια, τα περισσότερα από το 1991 που η εταιρεία Nielsen SoundScan ξεκίνησε να καταγράφει της πωλήσεις των Long Play άλμπουμ. Και φυσικά πρωταθλητές των πωλήσεων σε αυτό το «αγαθό» δεν ήταν οι μεγάλες αλυσίδες. Ήταν τα ανεξάρτητα δισκοπωλεία.
Δύο εκατομμύρια άλμπουμ φαντάζουν ελεημοσύνη μπροστά στα μερικές εκατοντάδες εκατομμύρια πωλήσεων που καταγράφουν κάθε χρόνο τα CD σε παγκόσμιο επίπεδο. Σε ένα οικονομικό σύστημα, όμως, που η επιτυχία μετριέται με growth και ποσοστά τα βινύλια κατέγραψαν αύξηση κατά 14% μεταξύ 2006 και 2007 και πάνω από 50% τη χρονιά που μας πέρασε. Την ίδια στιγμή οι ψηφιακοί δίσκοι, όπως κάποτε οι κασέτες, έκαναν βουτιά στο κενό: από τα 553 εκατομμύρια στα 360, μείωση δηλαδή κατά κάτι λιγότερο από 35%. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της Rainbo Records. Η ρομαντική που ασχολείται παράγει LP βινυλίου από το 1955. Μεταξύ 2006 και 2007 διπλασίασε την παραγωγή της κάτι που επανέλαβε και με το παραπάνω μεταξύ 2007 και 2008.
Οι υπέρμαχοι των ψηφιακών δίσκων θα τονίσουν αμέσως την επίδραση του φαινομένου της πειρατείας στις πωλήσεις των ψηφιακών δίσκων. Πολύ απλά πολλοί αγοράζουν πειρατικά CD που δεν καταγράφονται στα στατιστικά. Ωστόσο, το ίδιο συμβαίνει και με τα mp3σε πολύ μεγαλύτερη κλίμακα. Και φυσικά δε σημαίνει ότι πωλείται πειρατικά θα μπορούσε να πωληθεί και κανονικά κάτι που απέδειξαν από κοινού τα Πανεπιστήμια του Χάρβαρντ και της Βόρειας Καρολίνας με έρευνα τους το 2002. Επιπλέον αν κάποιος αδικείται περισσότερο από την αδυναμία των στατιστικών, αυτά είναι τα βινύλια, που διατίθενται σε πολύ μεγάλο βαθμό μέσω δικτυακών υπηρεσιών. Οι περισσότερες από αυτές, με την εξαίρεση της Amazon, είναι μικρές και δύσκολο να καταγραφούν.
Μπορεί όμως το δίλημμα μεταξύ αναλογικής και ψηφιακής μουσικής να απαντηθεί μόνο με νούμερα. Σίγουρα όχι! Αλλά, και από τεχνική άποψη τα πράγματα δεν είναι καλύτερα για το CD μια οριστική απάντηση φαίνεται μακρινή προοπτική. Τα πρώτα CD είχαν όντως «επίπεδο» ήχο αλλά αυτό μέχρι οι μηχανικοί να βρουν τις κατάλληλες διατάξεις στο στούντιο και να εξοικειωθούν με τις τοποθετήσεις των μικροφώνων που απαιτούνται για ψηφιακές ηχογραφήσεις.
Καθώς το νέο μέσο άρχισε να περνάει από τη φάση του οικονομικά βιώσιμου σε αυτή του επικερδούς, η ποιότητα στην παραγωγή βελτιώθηκε, ο αριθμός των ελαττωματικών CD μειώθηκε και το sampling rate, ίσως ο πιο καθοριστικός παράγοντας για την ποιότητα μιας ψηφιακής ηχογράφησης, έφτασε στα επίπεδα που απαιτούνται για καλό ήχο. Ή σχεδόν καλό ήχο αφού όσο υψηλό και να είναι το sampling rate παραμένει ένα δείγμα του αρχικού ήχου, όπως υποστηρίζουν οι συλλέκτες δίσκων.
Από την άλλη πλευρά ο θόρυβος είναι και παραμένει η μεγαλύτερη αδυναμία της αναλογικής ηχογράφησης. Και κάθε κόπια που παράγεται από το αρχικό μάστερ έχει περισσότερο θόρυβο χωρίς αυτό να σημαίνει ότι και το μάστερ μιας αναλογικής ηχογράφησης είναι απαραίτητα τέλειο.
Το παράδειγμα των Pink Floyd τα λέει όλα. Οι Βρετανοί έφυγαν από την πρώτη τους δισκογραφική εταιρεία όταν κατάλαβαν ότι το μάστερ της τρίτης τους δισκογραφικής δουλειάς ήταν «θολό» γιατί δεν είχε γίνει συντήρηση του εξοπλισμού. Κάνοντας το πάθημα μάθημα, η επόμενη απόπειρα, το Dark Side of The Moon, δεν είχε ψεγάδι: Είναι μια από τις καλύτερες ηχογραφήσεις στην ιστορία, ένα συλλεκτικό βινύλιο, ένα από τα καλύτερα και πιο εμπορικά άλμπουμ όλων των εποχών και παραμένει στα τσαρτ, σχεδόν σαράντα χρόνια μετά.
Φαίνεται παράδοξο να ασχολείται κάποιος ακόμα με το ερώτημα CD ή βινύλιο όταν η μάχη σήμερα δίνεται μεταξύ mp3 και CD. Αλλά όταν τα νούμερα τρελαίνονται πάντα υπάρχει θέμα. Ποιος είναι ο λόγος που οι πωλήσεις βινυλίων παρουσιάζουν τα μεγαλύτερα ποσοστά ανόδου όταν οι πωλήσεις των CD μειώνονται; Είναι αυτό η αρχή του τέλους των CD; Και αν ναι που χωράει η αναλογική ηχογράφηση στη συνολική εικόνα; Οι ειδικοί της μουσικής βιομηχανίας, όπως ο Στίβεν Σέλντον, αποδίδουν την εκτόξευση στις πωλήσεις των βινυλίων στη ψηφιακή γενιά. Ούτε στους baby boomers που έμαθαν τη μουσική μέσα από τα βινύλια, ούτε στη Generation X που έζησε την άνοδο του CD και τη μάχη το δισκογραφικών με το Napster και τα MP3. Οι ειδικοί το αποδίδουν σε ένα νέο κύμα μουσικόφιλων μεταξύ 13 και 24 ετών που ανακαλύπτουν ξανά την αισθητική αξία των βινυλίων και τη σημασία μιας μουσικής συλλογής.
Μπορεί το 99% του κοινού να ακούει μουσική μέσα από τα MP3 player για λόγους ευκολίας αλλά όταν θέλει να αγοράσει μουσική τότε προτιμάει το βινύλιο. Τη μεγάλη συσκευασία, τον πλήρη ήχο και το πλούσιο art work. Η γενιά του «όλα ψηφιακά» που μεγάλωσε με τα παιχνίδια της μέσα σε υπολογιστή και τα κινούμενα σχέδια της σε κουτί είναι αυτή που ξαναμαθαίνει τον κόσμο τη σημασία του να κρατάς στα χέρια ένα καλό βινύλιο. Αν καταλαβαίνει τη διαφορά στον ήχο μεταξύ CD και LP είναι ένα ακόμα ερώτημα. Αλλά σίγουρα κάνει τη διαφορά πλέον στις πωλήσεις μουσικής.
10. Stevie Ray Vaughan (ΗΠΑ, 1954 – 1990) Blues – Rock
Ο Στίβι Ρέι Βον γεννήθηκε στο Όστιν του Τέξας και άρχισε να παίζει κιθάρα στα 7 του χρόνια. Ήδη στα 13 έπαιζε σε γνωστά κλαμπ μαγεύοντας με την εκρηκτικότητα και τα πολύπλοκα «riffs» που χρησιμοποιούσε στις μπλουζ κλίμακες. Λίγα χρόνια αργότερα τον άκουσαν τυχαία οι Rolling Stones και τον σύστησαν στον παραγωγό τους. Από τότε η καριέρα του Βον εκτοξεύτηκε και ο ίδιος έγινε ένας από τους πλέον επιτυχημένους «session» μουσικούς, υπογράφοντας συνεργασίες με καλλιτέχνες όπως ο David Bowie, o Eric Clapton, o Jeff Beck και άλλοι.
Στη δεκαετία του ’80 έμπλεξε με την κοκαΐνη και το αλκοόλ, αλλά μπήκε σε πρόγραμμα αποτοξίνωσης και κατάφερε να καθαρίσει. Στις 27 Αυγούστου του 1990, ύστερα από μια συναυλία στο Γουισκόνσιν, ανέβηκε σε ένα ελικόπτερο για να επιστρέψει στο Σικάγο. Δεν έμελλε να φτάσει ποτέ όμως, αφού λίγο μετά την απογείωση το ελικόπτερο συνετρίβη και ο Βον σκοτώθηκε σε ηλικία μόλις 35 ετών.
Ο μεγάλος αυτός ροκ – μπλουζ αυτοδίδακτος σολίστας χρησιμοποιούσε κιθάρες Fender Stratocaster – τις οποίες συνήθιζε να κουρδίζει μισό τόνο χαμηλότερα – και εφέ Vox wah-wah. Αν θέλετε να πάρετε μια ιδέα από το εκπληκτικό του παίξιμο, ακούστε τα LPs «Texas flood» (1983) και «Family Style» (1990), όπου παίζει μαζί με τον αδερφό του Jimmie. Από τις συνεργασίες του ένα καλό δείγμα είναι το χορευτικό «Let’s dance» του Bowie (1983) και το «Soulful dress» της Marcia Ball (1984). To 2003 το «Rolling Stone Magazine» τον τοποθέτησε 7ο ανάμεσα στους 100 κορυφαίους κιθαρίστες όλων των εποχών.
9. David Gilmour (Αγγλία, 1946) Psychedelic & Progressive Rock
Ο Ντέιβιντ Γκίλμορ γεννήθηκε στο Κέμπριτζ της Αγγλίας και στο γυμνάσιο είχε συμμαθητή τον Syd Barrett, με τον οποίο παρέα μάθαιναν να παίζουν κιθάρα στα μεσημεριανά διαλείμματα του σχολείου. Μερικά χρόνια αργότερα, όταν ο Syd, κιθαρίστας και συνθέτης πλέον των Pink Floyd, άρχισε να πελαγοδρομεί στους κυριευμένους από ναρκωτικά καλειδοσκοπικούς διαδρόμους του μυαλού του, ανίκανος να επικοινωνήσει με συμβατικούς τρόπους με τα υπόλοιπα μέλη του συγκροτήματος, ο ντράμερ της μπάντας Nick Mason ρώτησε τον Ντέιβιντ αν ήθελε να ενταχθεί στο σχήμα.
Έτσι τον Γενάρη του ’68 ο Γκίλμορ έγινε το 5ο μέλος των Pink Floyd – οι οποίοι λίγους μήνες αργότερα έμειναν 4 μετά την οριστική αποχώρηση του Barrett – παίζοντας τα εκπληκτικότερα σόλα στην ιστορία της ψυχεδελικής μουσικής και υπογράφοντας συνθετικά μερικά από τα αριστουργήματα της progressive ροκ μουσικής, όπως το «Dark side of the moon» και το «Wish you were here».
Ο Γκίλμορ χρησιμοποιεί συνήθως κιθάρες Fender Stratocaster και Telecaster, αλλά στο στούντιο παίζει και με Gibson. Είναι ένας ολοκληρωμένος μουσικός, αφού εκτός από κιθάρα παίζει μπάσο, πλήκτρα, τύμπανα, φυσαρμόνικα και σαξόφωνο. Έχει κάνει αμέτρητες συνεργασίες, ενδεικτικά αναφέρουμε τους B. B. King, Paul McCartney, Sam Brown, Bob Dylan, Pete Townshend, Supertramp και Alan Parsons.
Ακούστε ολόκληρα τα LPs «Dark side of the moon» και «Wish you were here», το «Dogs» από το LP «Animals» και βέβαια το ανεπανάληπτο «Comfortably Numb» από το LP «The Wall», που ψηφίστηκε ως το καλύτερο σόλο της ροκ μουσικής από το κοινό του διαδικτυακού ραδιοφώνου Planet Rock. Ο Γκίλμορ είναι μέλος του Rock and Roll Hall of Fame και το «Rolling Stone Magazine» τον τοποθέτησε 82ο ανάμεσα στους 100 κορυφαίους κιθαρίστες όλων των εποχών. Αλλά είπαμε, γούστα είναι αυτά.
8. Eric Clapton (Αγγλία, 1945) Blues – Rock
Ο Έρικ Πάτρικ Κλάπτον γεννήθηκε στο Σάρεϊ της Αγγλίας. Τη μέρα των 14ων γενεθλίων του, ο παππούς και η γιαγιά του, τού χάρισαν μια κιθάρα και ο μικρός Έρικ άρχισε να παίζει αμέσως τραγούδια των Β. Β. King και Muddy Waters. Τελειώνοντας το σχολείο γύρισε τον κόσμο ως πλανόδιος μουσικός – με ένα σύντομο πέρασμα και από την Ελλάδα, όπου τον ανακάλυψε ο Νίκος Μαστοράκης και του βρήκε δουλειά σε κλαμπ της εποχής με μεροκάματο 200 δραχμές – και το 1964 επέστρεψε στη Βρετανία και έπαιξε στους θρυλικούς Yardbirds.
Μετά ακολούθησαν οι Bluesbrakers του John Mayall, οι Cream, οι Blind Faith, οι Delaney & Bonnie και οι Derek & the Dominoes. Στις αρχές της δεκαετίας του ’70 χρειάστηκε να κάνει αποτοξίνωση από την ηρωίνη και επανήλθε στη μουσική σκηνή αρχίζοντας την σόλο καριέρα του, η οποία συνεχίζεται μέχρι και σήμερα με μια τεράστια δισκογραφία και πάμπολλες συνεργασίες.
Ο «Slowhand», όπως είναι το παρατσούκλι του λόγω του άνετου τρόπου με τον οποίο παίζει κιθάρα, έχει χρησιμοποιήσει μια σειρά από διαφορετικά μοντέλα Fender και Gibson, ενώ για τις ακουστικές του εμφανίσεις προτιμά την Ovation και χειροποίητες ισπανικές κιθάρες. Ο Κλάπτον είναι μακράν ο σημαντικότερος λευκός blues κιθαρίστας, αλλά έχει ασχοληθεί και με άλλα είδη μουσικής όπως η ψυχεδέλεια, η ρέγκε και βέβαια το αυθεντικό rhythm & blues. Ακούστε το LP «For your love» με τους Yardbirds, το LP «Disraeli Gears» με τους Cream, το LP «Slowhand» και το LP «Riding with the King» (όπου σολάρουν ακατάπαυστα μαζί με τον B. B. King).
Ο Έρικ Κλάπτον έχει μπει 3 φορές στο Rock and Roll Hall of Fame (ως μέλος των Yardbirds και των Cream, αλλά και ως σόλο μουσικός) ενώ το Rolling Stone Magazine τον τοποθετεί στην 4η θέση των 100 κορυφαίων κιθαριστών και στην 53η θέση των 100 κορυφαίων μουσικών προσωπικοτήτων όλων των εποχών.
7. Paco de Lucia (Ισπανία, 1947) Flamenco – jazz
Ο Πάκο ντε Λουθία – κατά κόσμον Francisco Sanchez Gomez – γεννήθηκε στο Αλχεθίρας της Ανδαλουσίας απο μουσική οικογένεια με μεγάλη παράδοση στο φλαμένκο. Έτσι ο Πάκο από μικρός βρέθηκε με μια κιθάρα στα χέρια και σε ηλικία μόλις 11 ετών έδειξε το μεγάλο του ταλέντο παίρνοντας μέρος σε τοπικά φεστιβάλ δεξιοτεχνίας για νέους κιθαρίστες, υιοθετώντας το καλλιτεχνικό όνομα Ντε Λουθία για να τιμήσει την Πορτογαλίδα μητέρα του Λουσία.
Στα 17 του άρχισε να ηχογραφεί και από το 1968 μέχρι το 1977 συνεργάστηκε με τον Camaron de la Isla, τον κορυφαίο ερμηνευτή του Nuevo Flamenco, συνθέτοντας πραγματικά αριστουργήματα. Όντας ανοιχτός σε διαφορετικές μουσικές, το 1979 έφτιαξε μαζί με τους John McLaughlin και Larry Coryell το περίφημο «The Guitar Trio». Ο Coryell αντικαταστάθηκε λίγο αργότερα από τον Al Di Meola και οι τρεις τους κυκλοφόρησαν στα επόμενα χρόνια τρία LPs, το ένα καλύτερο από το άλλο, αφήνοντας τις μουσικές τους ιδιοφυΐες να «καλπάσουν» στους δρόμους της jazz και της ethnic.
Το 1991 ο τσιγγάνος βιρτουόζος αναγκάστηκε για πρώτη φορά στη ζωή του να διαβάσει μουσική θεωρία για να μπορέσει να παίξει μαζί με συμφωνική ορχήστρα το έργο κλασικής μουσικής του Joaquin Rodrigo, «Concierto de Aranjuez», αφήνοντας άφωνους κριτικούς και κοινό. Ο Πάκο ντε Λουθία έχει συνεργαστεί κατά καιρούς με πολλούς καλλιτέχνες, ανάμεσα στους οποίους και ο Γιώργος Νταλάρας. Διατηρεί το δικό του σχήμα, το «Paco de Lucia Sextet», στο οποίο παίζουν και τα αδέρφια του Ραμόν και Πέπε. Έχει ανακηρυχθεί επίτιμος διδάκτωρ του πανεπιστημίου του Κάντιθ.
Ακούστε οποιονδήποτε από τους δέκα δίσκους που κυκλοφόρησε μαζί με τον Camaron de la Isla. Επίσης το εκπληκτικό LP «Friday night in San Francisco», όπου πάιζει με τους McLaughlin και Di Meola. Και βέβαια απολαύστε την ηχογράφηση του «Concierto de Aranjuez» για να νιώσετε την «alma gitana» του Πάκο ντε Λουθία.
6. Andres Segovia (Ισπανία, 1893 – 1987) Κλασική μουσική
Ο Αντρές Τόρες Σεγκόβια, 1ος Μαρκήσιος της Σαλομπρένια, γεννήθηκε στο Λινάρες της Χαέν, στην Ανδαλουσία και άρχισε να μαθαίνει κιθάρα από τα 6 του. Τελείως αντίθετος στο φλαμένκο – συχνά έλεγε ότι «έσωσε την κιθάρα από τους γύφτους» - ακολούθησε στη Γανάδα κλασικές σπουδές και εμφανίστηκε για πρώτη φορά στα 16 του στη Μαδρίτη παίζοντας έργα του Μπαχ που είχε ενορχηστρώσει ο ίδιος.
Παρουσίασε για πρώτη φορά μια δική του τεχνική παίζοντας όχι μόνο με τα νύχια, αλλά και με τα ακροδάχτυλα, πράγμα που έδινε σαφώς περισσότερες ηχητικές δυνατότητες στο χτύπημα των χορδών – αλλά και που ήταν πολύ πιο δύσκολο. Ήταν από τους πρώτους που εμπιστεύθηκε τις νάιλον χορδές, έχοντας έτσι μεγαλύτερη σταθερότητα στο κούρδισμα. Εργάστηκε ακούραστα για πάνω από 80 χρόνια στο κλασικό και το παραδοσιακό ισπανικό ρεπερτόριο, ενώ δεν ήταν λίγοι οι συνθέτες που έγραφαν έργα αποκλειστικά για αυτόν. Έδωσε χιλιάδες ρεσιτάλ και πήρε μέρος σε αμέτρητα φεστιβάλ κιθάρας σε όλο τον κόσμο, ενώ δίδαξε για πολλές δεκαετίες την τεχνική του σε δεκάδες πανεπιστήμια, ωδεία και οργανισμούς, διοργανώνοντας σεμινάρια σε κάθε γωνιά της γης.
Ο Σεγκόβια ηχογράφησε πολλά έργα Ισπανών και ξένων συνθετών, δίνοντας πάντοτε μεγάλο βάρος στην τελειότητα της εκτέλεσης και την άψογη ακουστική της κιθάρας του. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι ήταν ερωτευμένος με την χειροποίητη Manuel Ramirez κιθάρα του, πάνω στην οποία στηρίχθηκαν και όλες οι επόμενες, αφού ο Σεγκόβια είχε κάνει όλες τις μετρήσεις που ήταν απαραίτητες και κάθε φορά που ήθελε καινούργιο όργανο, το παράγγελνε με βάση το πρωτότυπο του 1912.
Ακούστε τις σουίτες του Μπαχ και βέβαια τα δυο έργα του Joaquin Rodrigo, τα οποία έχουν ταυτιστεί με τον μεγάλο Ισπανό κιθαρίστα: το «Concierto de Aranjuez» και το «Fantasia para un gentilhombre». «Ο κιθαρίστας χρειάζεται την ιερή φωτιά, χωρίς την οποία ένας βιρτουόζος μπορεί να είναι άψογος, αλλά τίποτα περισσότερο», ήταν τα λόγια του Σεγκόβια στους μαθητές του.
5. Jimmy Page (Αγγλία, 1944) Psychedelic hard rock
Ο Τζέιμς Πάτρικ Πέιτζ γεννήθηκε σε ένα προάστιο του Λονδίνου και έπαιξε για πρώτη φορά κιθάρα στα 14. Ήταν αυτοδίδακτος και ξεκίνησε την καριέρα του συμμετέχοντας σε διάφορα σχήματα, όπου έγινε γρήγορα γνωστός για την επιδεξιότητά του στο παίξιμο και για τα σύνθετα, πολύπλοκα σόλα του. Εργάστηκε ως session μουσικός με ονόματα όπως οι Rolling Stones, Them, Who, Kinks και άλλοι. Το 1966 έγινε μέλος των Yardbirds και άλλαξε το ύφος της μπάντας από blues σε ψυχεδελικό hard rock. Το 1968 δημιούργησε τους New Yardbirds, που λίγο αργότερα μετονομάστηκαν σε Led Zeppelin.
Μαζί με τους Robert Plant, John Paul Jones και John Bonham έγραψαν μια από τις σημαντικότερες σελίδες της ροκ, ίσως την κορυφαία του hard rock. Για μια δεκαετία ο Page μεσουράνησε στο μουσικό στερέωμα τόσο με υπέροχες συνθέσεις, όσο και με το μοναδικό, προσωπικό του παίξιμο. Ο θάνατος του Bonham, η διάλυση των Zeppelin και οι περιπέτειές του με τα ναρκωτικά, σήμαναν την αποχή του Page για κάποια χρόνια, όμως επέστρεψε στη δεκαετία του ’80 και ακολούθησε σόλο καριέρα, στην οποία ξεχωρίζουν οι συνεργασίες του με τον Robert Plant.
O Jimmy Page είναι ένας πραγματικός βιρτουόζος στα έγχορδα. Παίζει μαντολίνο, μπάσο, μπάντζο αλλά και φυσαρμόνικα. Έχει αδυναμία στις Gibson Les Paul, αλλά χρησιμοποιεί και Fender Telecaster. Στο σπίτι του έχει μια μοναδική συλλογή στον κόσμο, την οποία αποτελούν περισσότερες από 1500 κιθάρες. Ακούστε οτιδήποτε από τα 4 πρώτα LPs των Led Zeppelin και βέβαια το «Stairway to Heaven», το σόλο του οποίου έχει ψηφιστεί ως το κορυφαίο από το περιοδικό Guitar World.
Επίσης το LP «No Quarter: Jimmy Page and Robert Plant Unledded» και τη συνεργασία με τον David Coverdale (πρώην τραγουδιστή των Deep Purple) στο LP «Coverdale – Page». Ο Page είναι μέλος του Rock and Roll Hall of Fame και το «Rolling Stone Magazine» τον τοποθέτησε 9ο ανάμεσα στους 100 κορυφαίους κιθαρίστες όλων των εποχών.
4. Jimi Hendrix (ΗΠΑ, 1942 – 1970) Rock – Blues – R&B
Ο Τζόνι Άλεν Χέντριξ γεννήθηκε στο Σιάτλ και στα 15 του πλήρωσε 5 δολάρια για να αγοράσει την πρώτη του ακουστική κιθάρα. Δυο χρόνια αργότερα ο πατέρας του, τού χάρισε μια ηλεκτρική Supro Ozark. Την ίδια χρονιά ο Τζίμι κόπηκε με F στο μάθημα της μουσικής. Έμαθε βλέποντας, αντιγράφοντας και χρησιμοποιώντας το αυτί του και άρχισε να παίζει περιστασιακά σε μικρές τοπικές μπάντες Rhythm & Blues. Το 1966 δημιούργησε την πρώτη δική του μπάντα και ο πρώην μπασίστας των Animals τον έπεισε να αναζητήσει την τύχη του στη Βρετανία. Στο νησί ο Χέντριξ δημιούργησε τους «The Jimi Hendrix Experience» και γνώρισε αμέσως τεράστια επιτυχία με το πρώτο σινγκλ, το «Hey Joe».
Αμέσως μετά κυκλοφόρησε το πρώτο LP με τίτλο «Are You Experienced?» το οποίο το καλοκαίρι του ’67 ανέβηκε στο νούμερο 2 του βρετανικού τσαρτ πίσω μόνο από το «Sgt. Pepper’s» των Beatles. Στους επόμενους δίσκους αλλά και στις συναυλίες του ο Χέντριξ πειραματίστηκε πάνω σε διάφορες μουσικές φόρμες – rock, blues, soul, funk, R&B, folk, jazz, psychedelia – και έφερε μια πραγματική επανάσταση στο παίξιμο της κιθάρας, εξερευνώντας όσο ίσως κανείς άλλος τις δυνατότητες της δημιουργικότητας και της εφευρετικότητας πάνω στα τάστα.
Το 1969 εμφανίστηκε στο φεστιβάλ του Woodstock και ένα χρόνο αργότερα πέθανε από αναρρόφηση ενώ κοιμόταν, ύστερα από χρήση βαρβιτουρικών. Ήταν μόλις 28 χρόνων και αποτέλεσε μέλος των τραγικών «three J’s» (οι άλλοι δυο ήταν ο Jim Morrison και η Janis Joplin) που μέσα σε 90 μέρες το 1970 άφησαν ορφανή τη ροκ μουσική. Ο Χέντριξ υπήρξε ένας από τους μεγαλύτερους βιρτουόζους της κιθάρας, εμπνέοντας με το παίξιμό του χιλιάδες κιθαρίστες και συγκροτήματα.
Άνοιξε καινούργιους ορίζοντες χρησιμοποιώντας παραμορφωτές και εφέ, ενώ έπαιζε συνήθως με Fender Stratocaster και πιο σπάνια με Gibson. Το Rolling Stone Magazine τον τοποθετεί στην 1η θέση των 100 κορυφαίων κιθαριστών όλων των εποχών. Ακούστε ότι κι αν πέσει στα χέρια σας, οπωσδήποτε όμως τα «All along the Watchtower», «Voodoo Child», «Little Wing» και «Purple Haze».
3. Django Reinhardt (Βέλγιο, 1910 – 1953) Jazz
Ο Ζαν «Τζάνγκο» Ράινχαρντ γεννήθηκε στο Βέλγιο από τσιγγάνους γονείς και από μικρός άρχισε να παίζει βιολί και μπάντζο πριν περάσει στη μεγάλη του αγάπη, την κιθάρα. Μεγάλωσε σε τσιγγάνικους καταυλισμούς μέσα σε ακραία φτώχεια και στα 18 του είχε ένα ατύχημα που παραλίγο να του στοιχίσει πολύ ακριβά. Η σκηνή στην οποία έμενε με τη γυναίκα του πήρε φωτιά και ο ίδιος υπέστη εγκαύματα 1ου και 2ου βαθμού σε πολλά μέρη του σώματός του. Οι γιατροί θέλησαν να του κόψουν το ένα πόδι, αλλά ο ίδιος αρνήθηκε εγκαταλείποντας το νοσοκομείο.
Με δυο δάχτυλα του αριστερού του χεριού σχεδόν παράλυτα, ο Τζάνγκο αναγκάστηκε να μάθει από την αρχή πώς να παίζει την κιθάρα, όντας υποχρεωμένος να σολάρει πλέον μόνο με τα υπόλοιπα δυο δάχτυλα. Το 1934 ίδρυσε στο Παρίσι το «Quintette du Hot Club de France» και κρατώντας ο ίδιος το σολιστικό μέρος, έβαλε δυο ακόμα κιθάρες να κρατούν ρυθμό από πίσω, δημιουργώντας έτσι για πρώτη φορά το πασίγνωστο σήμερα concept της «lead guitar» και της «rhythm guitar». Το κουιντέτο θεωρείται το σημαντικότερο σχήμα jazz που βασίστηκε μόνο σε έγχορδα. Αργότερα ο Τζάνγκο πρόσθεσε στις μπάντες του και άλλα όργανα, όπως κλαρινέτο, μπάσο, σαξόφωνο, πιάνο και ντραμς.
Ο Ράινχαρντ συνεργάστηκε με την ορχήστρα του Duke Ellington και ήταν από τους πρώτους που κατανόησαν τις μουσικές φόρμες των Dizzy Gillespie και Charlie Parker. Ο ίδιος θεωρείται σήμερα ο κορυφαίος κιθαρίστας στην ιστορία της jazz και το παίξιμό του επηρέασε πολλούς μεγάλους βιρτουόζους. Οι Carlos Santana, B. B. King, Jerry Garcia, Jimi Hendrix, Stevie Ray Vaughan, Mark Knopfler, Wes Montgomery, Peter Frampton, Jeff Beck, George Benson και Robert Fripp είναι μόνο μερικοί από αυτούς.
Ακούστε ότι βρείτε από τον μεγάλο μουσικό που πέθανε το 1953 στο Παρίσι από εγκεφαλικό. Μην χάσετε όμως τα «Minor Swing», «My Sweet», «Belleville», «Nuages», « Djangology » και το εκπληκτικό LP «Django Reinhardt and the Hot Club Quintet».
2. B. B. King (ΗΠΑ, 1925) Blues
Ο Ράιλι Κινγκ γεννήθηκε σε ένα χωριό του Μισσισσίππι και από μικρός βρέθηκε με μια κιθάρα στα χέρια. Επηρεάστηκε βαθιά από την παράδοση του blues και πολύ γρήγορα άρχισε να παίζει σε μπάντες της περιοχής του. Το 1947 πήγε στο Μέμφις και δυο χρόνια αργότερα έκανε τις πρώτες ηχογραφήσεις του. Κατάφερε να ενώσει τα διαφορετικά είδη του blues, από τους αυθεντικούς ήχους της Νέας Ορλεάνης στο Νότο και του Σικάγο στο Βορρά μέχρι τις πιο σοφιστικέ σκηνές της Ανατολικής και της Δυτικής ακτής, έχοντας για όπλα την χαρακτηριστική φωνή του και τον μοναδικό τρόπο με τον οποίο «χάιδευε» τις χορδές της Gibson ES-355, της θρυλικής «Lucille».
Η ιδιαίτερη τεχνοτροπία του B. B. King στο παίξιμο της κιθάρας, έφερε δίπλα στις κλίμακες του blues μουσικές φόρμες από την jazz, τη soul και το swing, δημιουργώντας έναν προσωπικό ήχο που επηρέασε αναρίθμητους κιθαρίστες του ροκ, όπως ο Clapton, ο Bloomfield και ο Gilmour. Η καθολική αναγνώριση ήρθε το 1969 με την κυκλοφορία του «The thrill is gone», την ίδια χρονιά που ο B. B. King άνοιγε τις συναυλίες των Rolling Stones. Μια αχανής δισκογραφική δουλειά, ατελείωτες τουρνέ και συναυλίες σε όλο τον κόσμο, κινηματογραφικές ταινίες και άπειρες συνεργασίες με όλη την αφρόκρεμα του ροκ και του blues σφραγίζουν την καριέρα του μεγαλύτερου εν ζωή μπλουζίστα.
Ο B. B. King είναι ένας ζωντανός μουσικός θρύλος. Στα 83 του πλέον συνεχίζει να εμπνέει και να συγκινεί. Πριν 2 χρόνια πραγματοποίησε την τελευταία του παγκόσμια τουρνέ, αποχαιρετώντας το κοινό που τόσο τον αγάπησε και τον θαύμασε για 60 περίπου χρόνια. Ο μεγάλος Blues Boy (από όπου προέρχονται τα αρχικά Β. Β.) χρησιμοποιούσε – εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων – την αγαπημένη του Gibson «Lucille», την πιο αναγνωρίσιμη κιθάρα σήμερα σε όλο τον κόσμο.
Πάρτε μια γεύση της δεξιοτεχνίας του ακούγοντας τα LPs «Singin’ the blues», «Indianola Mississippi Seeds» και το «Live in Cook County Jail». Το «Rolling Stone Magazine» τον τοποθέτησε 3ο ανάμεσα στους 100 κορυφαίους κιθαρίστες όλων των εποχών.
1. Robert Johnson (ΗΠΑ, 1911 – 1938) Delta Blues
Ο Ρόμπερτ Λίροι Τζόνσον γεννήθηκε στο Χέιζελχαρστ του Μισσισσιππή και μεγάλωσε δουλεύοντας σε φυτείες και παίζοντας κιθάρα. Στα 18 του παντρεύτηκε, όμως η γυναίκα του πέθανε στη γέννα, γεγονός που επηρέασε τη ζωή του Ρόμπερτ. Για να ξεχάσει, ο Τζόνσον περιόδευσε στο Νότο κερδίζοντας τα προς το ζην με την μοναδική του δεξιοτεχνία στην κιθάρα. Το 1931 επέστρεψε στη γενέτειρά του και ξαναπαντρεύτηκε, όμως πολύ σύντομα ξανάρχισε τις περιοδείες στο δέλτα του Μισσισσιπή, μέχρι που έμεινε πάλι μόνος, αφού η δεύτερη γυναίκα του τον παράτησε.
Από τότε ο Τζόνσον αφιέρωσε με πάθος όλη τη ζωή του στη μουσική και τις καταχρήσεις κάθε είδους, έχοντας ένα μόνο σκοπό: το ταξίδι, μέχρι που ο θάνατος τον συνάντησε το 1938, σε ηλικία μόλις 27 ετών, όταν δηλητηριάστηκε πιθανώς από στρυχνίνη στο ουίσκι του για τα μάτια μιας γυναίκας. Η περιπετειώδης αλλά και σύντομη ζωή του έγινε θρύλος στο Νότο. Πολλοί μιλούσαν για μια νυχτερινή συνάντηση του Τζόνσον με τον Διάβολο σε μια διασταύρωση των λεωφόρων 61 και 49 στο Κλαρκσντέιλ, όπου οι δυο τους διαγωνίστηκαν στην κιθάρα, μέχρι που ο διάβολος εγκατέλειψε και έφυγε αφήνοντας στον Τζόνσον την ικανότητα να παίζει «χορεύοντας» πάνω στις χορδές. Και ο μύθος δεν απέχει πολύ από την αλήθεια. Γιατί ο τρόπος με τον οποίο έπαιζε ο Τζόνσον ήταν συγκλονιστικός, διαβολεμένος.
Ο Ρόμπερτ Τζόνσον πρόλαβε να ηχογραφήσει μόλις 29 τραγούδια από το 1936 ως το 1938, αρκετά όμως για να κληροδοτήσουν το μοναδικό ταλέντο του στις επόμενες γενιές και να επηρεάσουν πολλούς σπουδαίους μουσικούς, όπως οι Muddy Waters, Bob Dylan, Jimmy Page, Rolling Stones, Elvis Presley, Jeff Beck και Eric Clapton, ο οποίος έχει πει για τον Τζόνσον ότι «είναι ο σημαντικότερος bluesman που έζησε ποτέ».
Ο «παππούς του rock ’n’ roll» βρίσκεται στην 5η θέση των 100 κορυφαίων κιθαριστών του Rolling Stone Magazine. Ακούστε οπωσδήποτε τα «Love in vain», «Me and the Devil Blues», «Sweet Home Chicago» και «Cross Road Blues», παιγμένα όλα με την αγαπημένη του Gibson L-1.
Και ένα βίντεο – μπόνους με τους B. B. King. Eric Clapton, Buddy Guy και Jimmie Vaughan. Καλή ακρόαση...
Σε νέους συναυλιακούς χώρους μεταφέρονται οι προγραμματισμένες εκδηλώσεις που επρόκειτο να φιλοξενηθούν στο θέατρο του Λυκαβηττού, ενώ αναμένεται η απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, μετά την προσφυγή του Ελληνικού Φεστιβάλ, με στόχο την άρση της απόφασης σφράγισης του θεάτρου.
Η συναυλία της Χάρις Αλεξίου θα πραγματοποιηθεί τελικά το Σάββατο 28 Ιουνίου, στο Καλλιμάρμαρο Στάδιο, ενώ θα ισχύουν τα εισιτήρια που έχουν προπωληθεί για την εμφάνισή της στο Λυκαβηττό.
Ο Φίλιππος Πλιάτσικας μεταφέρεται στις 4 Ιουλίου στο γήπεδο της Λεωφόρου Αλεξάνδρας.
Ο Λένι Κράβιτς, ο οποίος θα εμφανιζόταν την 1η Αυγούστου στο Λυκαβηττό, μάλλον θα εμφανιστεί στο Terra Vibe στη Μαλακάσα, ενώ, σύμφωνα με πληροφορίες, η συναυλία των Pink Martini αναμένεται να γίνει στο Θέατρο Βράχων, στο Βύρωνα. Για τη συναυλία της Γκλόρια Γκέινορ (9 Ιουλίου), επικρατέστερος χώρος θεωρείται η σκηνή του γηπέδου ΤΑΕ ΚΒΟ ΝΤΟ, στο Δέλτα Φαλήρου.
Το φεστιβάλ χέβι-μέταλ με τίτλο”Rock Em All” θα πραγματοποιηθεί στις 20 Ιουλίου στην Τεχνόπολη στο Γκάζι, ενώ ο σαξοφωνίστας Ορνέτ Κόλμαν δεν έχει επίσημα “κλείσει” κάποιο νέο χώρο, αν και είναι πιθανό να εμφανιστεί στο Παλλάς.
Εν τω μεταξύ, συνεχίζεται μέχρι 31/7 στα σημεία πώλησης η εξαργύρωση των εισιτηρίων για τις συναυλίες του Τζέιμς Μπλαντ.
Το Vodafone CU υποδέχεται για 1η φορά στην Ελλάδα, τη μπάντα φαινόμενο που σκορπίζει μεγατόνους ενέργειας σε κάθε της εμφάνιση. Δεν είναι τυχαίο ότι έχει σαρώσει όλα τα μουσικά βραβεία και που έχει καταφέρει να πραγματοποιήσει πάνω από 60.000.000 πωλήσεις παγκοσμίως.
Η συναυλία της χρονιάς είναι γεγονός. Το συγκρότημα φαινόμενο, οι Linkin Park φέτος το καλοκαίρι στην Ελλάδα σε μια συναυλία με την υποστήριξη της Vodafone CU! Η συναυλία θα πραγματοποιηθεί την Τετάρτη 25 Ioυνίου 2008 στο Terra Vibe Park.
Σε μία και μοναδική «sponsored by Vodafone CU» συναυλία οι Linkin Park υπόσχονται να ξεσηκώσουν τους χιλιάδες φίλους τους και στην Ελλάδα αποδεικνύοντας την φήμη της πιο δημοφιλούς μπάντας της ροκ. Το Vodafone CU δίνει την ευκαιρία στους συνδρομητές του να κερδίσουν δωρεάν εισιτήρια για να ζήσουν την εμπειρία από κοντά, λαμβάνοντας μέρος στον CU @ Linkin Park διαγωνισμό αποστέλλοντας ένα δωρεάν κενό sms στο 1321.
Πέραν αυτής της προσφοράς και το Vodafone CU στηρίζει τον χώρο της μουσικής ενεργά για άλλη μια φορά και θα είναι παρόν με πολλές εκπλήξεις, παιχνίδια δώρα και αποκλειστικά σχετικά με το συγκρότημα merchandising προϊόντα.
Το Vodafone CU, το πρώτο καρτοκινητό στην Ελλάδα πάντα παρόν εκεί που χτυπά ο παλμός του νεανικού κοινού, υποστηρίζει γεγονότα και εκδηλώσεις με ξεχωριστή δυναμική. Κάτι που όλοι περιμένουμε από το πιο προχωρημένο καρτοκινητό που σου δίνει και συσκευή και ανταγωνιστικές τιμές για όλη την CU παρέα. H συναυλία των Linkin Park στην Ελλάδα έχει την υπογραφή της Di Di Music - Big Star Promotion.
Linkin Park Live στο Τerra Vibe Park γιατί το καλοκαίρι ακούγεται δυνατά. CU There!